Ο Βλάσης Σταθοκωστόπουλος έδωσε ζωή στο ιστορικό «Green Park»

Ο Βλάσης Σταθοκωστόπουλος έδωσε ζωή στο ιστορικό «Green Park»

σταθοκοστοπουλος
68 / 100

Βλάσης Σταθοκωστόπουλος: Το ιστορικό «Green Park» της οδού Μαυρομματαίων πρόσφατα απέκτησε ξανά ζωή μετά από 14 χρόνια εγκατάλειψης και αποτελεί ήδη μία από τις πιο αγαπημένες οάσεις στο κέντρο της Αθήνας. Ενας καταπράσινος δροσερός κήπος που σε γοητεύει με τη νοσταλγική ατμόσφαιρα και την κοσμοπολίτικη διάθεση που παραπέμπει σε εμβληματικά στέκια ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων. Αυτό είναι το νέο εγχείρημα του διαρκώς ανήσυχου Βλάση Σταθοκωστόπουλου.

Ενας all day προορισμός υψηλής, μίνιμαλ ωστόσο, αισθητικής, με το υγρό στοιχείο να πρωταγωνιστεί στο background, σε ένα χαλαρό σκηνικό, ιδανικό για πρωινό και καφέ, αργότερα για brunch και το βράδυ για υπέροχα δείπνα μεσογειακής κουζίνας. «Ο χώρος αυτός ήταν ένα ακόμη μεγάλο στοίχημα. Χαίρομαι που οι Αθηναίοι τον υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό. Xάρη στην ανακαίνιση του “Green Park” αναβαθμίστηκε μια ολόκληρη περιοχή», σχολιάζει ο επιτυχημένος επιχειρηματίας, η δραστηριότητα του οποίου έχει ταυτιστεί με τα ωραιότερα στέκια της πόλης.

Ζωή σαν ταινία

«Γεννήθηκα σε μια οικογένεια επτά παιδιών στον Αγιο Βλάσιο Αιτωλοακαρνανίας. Ο πατέρας μου ήταν αγρότης και όταν ήρθαμε στην Αθήνα μείναμε στην Πλάκα. Δεκατριών ετών πήγαινα σε νυχτερινό σχολείο γιατί είχα πάθος να μάθω γράμματα, ενώ συγχρόνως εργαζόμουν ως βοηθός σερβιτόρου σε διάφορα μαγαζιά», θυμάται σήμερα ο Βλάσης Σταθοκωστόπουλος. Το πρώτο μαγαζί στο οποίο δούλεψε ήταν στην οδό Πανδρόσου 15 στην Πλάκα και ονομαζόταν «Βουλιαγμένη».

«Ηταν δύσκολα χρόνια, αλλά και χρόνια γεμάτα δίψα για καλύτερη ζωή. Ζούσαμε όλοι μαζί σε ένα μικρό σπιτάκι χωρίς θέρμανση, όπου νερό υπήρχε μόνο στην αυλή. Κάθε Κυριακή παίρναμε τις πετσέτες μας και πηγαίναμε στους Αέρηδες, και συγκεκριμένα στην οδό Κυρρήστου 6, όπου υπήρχε ένα χαμάμ. Ηταν δύσκολα, πολύ δύσκολα χρόνια. Κι όμως, στον κόσμο υπήρχε κουλτούρα. Οι κάτοικοι της Πλάκας είχαν μόρφωση και παιδεία. Συναντιόμασταν σε κάποια στέκια της περιοχής και τους ακούγαμε με μεγάλη προσοχή, με θρησκευτική ευλάβεια, τολμώ να πω».

Επειτα ήρθε το μεγάλο σχολείο, η διάσημη ταβέρνα του «Μοστρού», το δημοφιλές στέκι της εποχής απ’ όπου περνούσαν όλοι για να διασκεδάσουν ακούγοντας να τραγουδάνε ζωντανά μεγάλα ονόματα, όπως η Μαίρη Λίντα και η Ρένα Βλαχοπούλου. «Θυμάμαι το μπρίο και το χιούμορ της. Η Ρένα ήταν έτσι όπως την απολάμβανες στη σκηνή. Δεν την είδα ποτέ κατσουφιασμένη». Μαέστρος ήταν ο Γιώργος Κατσαρός, ενώ το πρόγραμμα πλαισίωναν τα μπαλέτα του Μανώλη Καστρινού, που είχε παρτενέρ τη Χρυσούλα Ζώκα. Από το περίφημο στέκι είχαν περάσει σημαντικοί καλλιτέχνες στο ξεκίνημά τους, όπως ο Τόλης Βοσκόπουλος σε τρίο με τη Ναυσικά και τον Ρωσσιάδη.

Eκείνη την εποχή ο Βλάσης Σταθοκωστόπουλος, που ήθελε να προοδεύσει και να εξελιχθεί, μαθαίνει αγγλικά και γαλλικά προκειμένου να έχει καλύτερη επαφή με τους τουρίστες. Οι δύο ξένες γλώσσες και ο τρόπος που προσεγγίζει και περιποιείται τον κόσμο τον κάνουν περιζήτητο στους χώρους εστίασης. Η πρόταση θα έρθει από τον μετρ της «Νεράιδας», Νίκο Δελάκη. Το συγκεκριμένο βραδινό κέντρο λειτουργεί σαν πανεπιστήμιο για τον Σταθοκωστόπουλο. «Η ιδιοκτήτρια της “Νεράιδας”, Λένα Παμέλα, ήταν κουμπάρα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ενώ ο σύζυγός της ήταν υπεύθυνος της Ολυμπιακής στο Παρίσι και στενός φίλος του Αριστοτέλη Ωνάση. Μάλιστα πολύ συχνά μαγειρεύαμε στη “Νεράιδα”, πηγαίναμε το φαγητό στο αεροδρόμιο και μέσω της Ολυμπιακής έφτανε στον Καραμανλή που εκείνη την εποχή ζούσε αυτοεξόριστος στην Avenue Foch, στο Παρίσι. Ο Ωνάσης ερχόταν πολύ συχνά στο κέντρο μας μαζί με στενούς φίλους και συνεργάτες. Ηταν μια σπουδαία παγκόσμια προσωπικότητα. Οταν ο κόσμος έφευγε, εκείνος πλησίαζε τον Σταμάτη Κόκοτα και του ζητούσε να παίξει τα αγαπημένα του τραγούδια μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες».

Το 1973 είναι χρονιά-σταθμός για την επαγγελματική άνοδο του Σταθοκωστόπουλου καθώς η απόλυτη ντίβα της εποχής Μαρινέλλα ανοίγει το κέντρο «Μαρινέλλας» στην οδό Μητροπόλεως 1 στο Σύνταγμα. Εκείνος την ακολουθεί. Το πρωί επιβλέπει τις εργασίες στο πρώτο δικό του εστιατόριο και το βράδυ παρέχει τις υπηρεσίες του στο κέντρο της Μαρινέλλας. Την άνοιξη του 1974 είναι περήφανος που επιτέλους παρουσιάζει τον πρώτο δικό του χώρο, το καφέ-εστιατόριο «Ποσειδών», στην πλατεία Παλιάς Αγοράς, στην Πλάκα. «Το επιχειρηματικό σαράκι υπήρχε μέσα μου. Ηξερα τη δουλειά αφού είχα περάσει απ’ όλα τα στάδια, είχα την τόλμη και ήθελα να επιτύχω», επισημαίνει.

Το 1974 γνωρίζει τη Ρένα, ο έρωτας είναι κεραυνοβόλος και η σχέση δεν θα αργήσει να επισημοποιηθεί με γάμο. Η Ρένα, με την οποία έχουν αποκτήσει τέσσερα παιδιά, δεν υπήρξε μόνο μια υποδειγματική μητέρα, αλλά και πιστή συνοδοιπόρος του σε όλα τα τολμηρά επιχειρηματικά projects που ανέλαβε. «Αν δεν είχα τη γυναίκα αυτή δίπλα μου μπορεί και να μην τα είχα καταφέρει. Σήκωσε στις πλάτες της όλο το βάρος της ανατροφής των παιδιών μας.

Σήμερα μπορώ να πω ότι τα παιδιά μας έχουν μυηθεί στις απαιτήσεις της εστίασης και επομένως είναι άξιοι συνεχιστές του ομίλου μας. Η δουλειά μου έχει τεράστιες δυσκολίες και απαιτεί μεγάλη αφοσίωση. Από το ξεκίνημά μου μέχρι σήμερα δεν έχω σταματήσει να εργάζομαι ούτε μία ημέρα. Καθημερινά επισκέπτομαι και επιβλέπω όλους τους χώρους προκειμένου να έχω προσωπική άποψη. Αν ο ιδιοκτήτης δεν διαθέτει πάθος, αφοσίωση και αγάπη για την επιχείρησή του, δεν έχει ελπίδα να μακροημερεύσει. Πόσoι χώροι γίνονται της μόδας και λίγο καιρό μετά εξαφανίζονται; Θυμάστε τα εστιατόρια “Γεροφοίνικας”, “Κορφού”, “Δελφοί” , το “Κεντρικόν”, το “Ιντεάλ”, το “Ολύμπια”; Πού βρίσκονται σήμερα όλα αυτά;» αναρωτιέται ρητορικά.

σταθοκοστοπουλος2

Το ένα μαγαζί έφερε το άλλο και με τα χρόνια δημιουργήθηκε ο Ομιλος Σταθοκωστόπουλου, που σήμερα περιλαμβάνει είκοσι και πλέον χώρους εστίασης και ψυχαγωγίας στην Αθήνα. Πολλά από αυτά βρίσκονται στην Πλάκα και συστήνουν στους τουρίστες αλλά και στους Αθηναίους την καλή ελληνική κουζίνα. «Η Πλάκα παραμένει ένα μαγικό κομμάτι της πόλης», ομολογεί ο ίδιος. Το επιχειρηματικό του μυαλό τού υποδεικνύει πάντα τα μέρη όπου αξίζει να επενδύσει διαμορφώνοντας τον γαστρονομικό χάρτη της πόλης. Το portfolio του διαθέτει μερικά από τα πιο high end σημεία της Αθήνας, δημοφιλή κοσμοπολίτικα στέκια όπως η «Ιθάκη», ο «Dionysos Zonar’s», το «Εν πλω», το «Βlue Fish», η «Ταβέρνα του Ψαρρά» -ένα στέκι 150 χρόνων-, το «Baraonda», το «Περιβάλι του Ουρανού», το παραλιακό «Penarrubia», την «Πράσινη Τέντα» στον Λυκαβηττό και προσφάτως, βέβαια, το αναγεννημένο από τις στάχτες του «Green Park».

«Δεν μιλάμε απλώς για την αναβίωση ενός ιστορικού καταστήματος, αλλά για ένα πολυδύναμο επιχειρηματικό concept μακράς πνοής που στόχο έχει να προσελκύσει κόσμο απ’ όλη την Αθήνα. Σε πρώτη φάση λειτουργεί ως all-day προορισμός με καφέ και εστιατόριο, ενώ έχουν ήδη προγραμματιστεί κάποιες ζωντανές εμφανίσεις, κυρίως νέων καλλιτεχνών, ως έμμεση αναφορά στην ιστορία του χώρου που λειτούργησε ως άτυπος βατήρας ανάδειξης νέων ταλέντων», εξηγεί. Στο πλάνο υπάρχει σχέδιο για διαμόρφωση ενός ιδιαίτερου χώρου ζωντανών εμφανίσεων και λειτουργία sushi bar στην ταράτσα, ενώ σύντομα θα διαμορφωθεί και παιδότοπος. Η νέα εποχή του «Green Park» έχει την υπογραφή του αρχιτεκτονικού γραφείου Delta Architects, με επικεφαλής τους Νίκο Παπαπανούση και Τατιάνα Κούππα, αλλά και του αρχιτέκτονα τοπίου Γιώργου Μαθιουδάκη. Πρόσφατα ο Ομιλος Σταθοκωστόπουλου ανέλαβε και μια μικρή παραλία δίπλα στην Ωκεανίδα, όπου λειτουργεί το «Royal Beach». Εκεί, στην παλιά σχολή σκι του Λυπητεράκου, δημιουργήθηκε ένας μίνι παράδεισος ευζωίας δίπλα στο κύμα, με άνετες ξαπλώστρες και ένα όμορφο μπαρ-εστιατόριο με εκλεκτή κουζίνα, αλλά και επιλεκτικά διαμορφωμένη λίστα κρασιών.

Ο Ομιλος Σταθοκωστόπουλου έχει κάθε δικαίωμα να περηφανεύεται για την πελατεία του. Επιχειρηματίες, πολιτικοί, διάσημοι και ισχυρές προσωπικότητες από διάφορους χώρους δείχνουν σταθερά προτίμηση στα προσεγμένα του μενού. «Η “Ιθάκη” στη Βουλιαγμένη και ο “Dionysos Zonar’s” στην Ακρόπολη έχουν τον καλύτερο κόσμο. Πολλά από τα τραπέζια αρχηγών κρατών πραγματοποιούνται εδώ, όπως και διεθνών καλλιτεχνών. Δεν θα ξεχάσω τον Χούλιο Ιγκλέσιας που είχε έρθει στο Ηρώδειο για να τραγουδήσει. Βρεθήκαμε στην “Ιθάκη” να συζητάμε με τις ώρες για την καριέρα και την οικογένειά του. Ηρθε και ξανάρθε. Με εντυπωσίασε με την άνεση και την απλότητά του αυτός ο άνθρωπος», λέει ο ικανός άνδρας της ποιοτικής εστίασης.

Ολοκληρώνοντας την κουβέντα μας του ζητώ να μου αποκαλύψει τη δυσκολότερη φάση της καριέρας του. «Ηταν η περίοδος της κρίσης. Είχαμε 1.000 υπαλλήλους, κι αυτό από μόνο του μαρτυρά τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε. Ζήσαμε κάτι που ούτε μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε. Ηταν μια καταστροφική περίοδος έξι χρόνων. Μετά ακολούθησε η πανδημία, και όλοι γνωρίζουν πόσο δύσκολα πέρασε ο χώρος της εστίασης. Xάρη στην έξωθεν καλή μαρτυρία, στη σκληρή δουλειά, στους καλούς συνεργάτες και το προσωπικό μας που έχει μοχθήσει, δόξα τω Θεώ, τα καταφέραμε», απαντά κι ένα χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπό του.

ΠΗΓΗ

div#stuning-header .dfd-stuning-header-bg-container {background-size: initial;background-position: top center;background-attachment: initial;background-repeat: initial;}#stuning-header div.page-title-inner {min-height: 650px;}