Νόμος Κατσέλη: Απόρριψη ένστασης δόλιας υπερχρέωσης οφειλέτη, ως αόριστη

Νόμος Κατσέλη: Απόρριψη ένστασης δόλιας υπερχρέωσης οφειλέτη, ως αόριστη

κοκκινα δανεια 1
68 / 100

Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά – Η δευτεροβάθμια απόφαση απέρριψε πανηγυρικώς την ένσταση δόλιας υπερχρέωσης της εφεσίβλητης – Τράπεζας ως αόριστη (η οποία είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως), αποκλείοντας το φυσικό πρόσωπο από τις ευεργετικές διατάξεις του Ν.3869/2010, καθώς παρέλειψε να αναφέρει το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει, το χρόνο που τα συμφώνησε και κυρίως τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών (ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες), ώστε με βάση τα δεδομένα αυτά να καταστεί δυνατόν να κριθεί αν προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Με αυτό τον τρόπο δικαιώθηκε η εντολέας μας, γενομένων δεκτών των ισχυρισμών της, οι οποίοι είχαν ούτως ή άλλως προταθεί και στην πρωτόδικη δίκη. Αναβάλλει έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να προσκομιστούν απαραίτητα έγγραφα.

Την υπόθεση χειρίστηκε με ιδιαίτερη επιτυχία η Δικηγόρος Σοφία Γιαρέντη.

Ακολουθεί το κείμενο της Απόφασης:

«ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ

Αριθμός απόφασης

7453/2022

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από την δικαστή Αλεξάνδρα Καζάρα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε η Πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοικήσεως του Πρωτοδικείου και από την γραμματέα Γκούντα Βάθη Άννα.

Συνεδρίασε δημοσίως στο ακροατήριο του την 27η Μαίόυ 2022, για να δικάσει την υπόθεση:

Α. ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ………………. του ………………., κατοίκου ……………….Αττικής, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Γιαρέντη Σοφίας.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ 1) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………….ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο ούτε παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2.) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………….ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο ούτε παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ‘ΤΡΑΠΕΖΑ ……………….Α.Ε” ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία “ΤΡΑΠΕΖΑ………………. Α.Ε”; που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της………………..

Η εκκαλούσα παραπονείται κατά της υπ αρ ………………. οριστικής απόφασής του Ειρηνοδικείου Αθηνών δια της υπ’ αριθμόν καταθέσεως ειρηνοδικείου ΓΑΚ/ΕΑΚ………………. από 17.10.2018 εφέσεώς τους, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών την ………………./2018 και στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών την ……………….2019 με ΓΑΚ/ΕΑΚ…………………, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της ………………./2022, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, γράφτηκε στο πινάκιο και εκφωνήθηκε στη σειρά της από αυτό.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση δίκη κατ’ άρθρο 498 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου, για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι, ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 1409/1997, ΕφΑΘ 7913/2013 ΝΟΜΟΣ).Από τις προσκομιζόμενες με αριθμό ………………/2019 και………………./2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών……………………….., αποδεικνύεται ότι κυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης, με τις πράξεις κατάθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στο παρόν Δικαστήριο και ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο, οπότε και η συζήτηση αναβλήθηκε με κλήση για εμφάνιση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της εκκαλούσας στις απολειπόμενες (πρώτη, και δεύτερη) των εφεσίβλητων. Ωστόσο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι άνω εφεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο η δε αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου, για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και δεν απαιτείται νέα κλήτευση αυτών, κατά τα εκτιθέμενα στην άνω νομική σκέψη. Επομένως, η πρώτη και δεύτερη των εφεσίβλητων, οι οποίες δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο στην παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά που ήταν γραμμένη στο οικείο πινάκιο, πρέπει, σύμφωνα με όσο έγιναν δεκτά στην προαναφερθείσα νομική σκέψη, να δικαστούν ερήμην η διαδικασία, όμως, πρέπει να προχωρήσει ως να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρα 591 παρ. 1 σε συνδ. με 524 πσρ. 4 741, 754 και 764 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Η έφεση της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθμόν ……../2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε την υπ’ αριθμόν ……………/2012 αίτηση της κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου (άρθρο 17Α ΚΠολΔ) και είναι εμπρόθεσμη αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ενώ από την δημοσίευσή της (29.9.2017) μέχρι την άσκηση (17.10.2018) της κρινομένης εφέσεως δεν παρήλθε διετία (άρθρ. 495 παρ. 1,2, 496. 499, 511, 513 παρ. 1 β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ.2, 520 παρ. 1 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επιπλέον, για το παραδεκτό της, προκαταβλήθηκε από την εκκαλούσα. κατά την κατάθεσή της, το οριζόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, παράβολο των 75 ευρώ, σύμφωνα με τη σχετική βεβαίωση της γραμμτοτως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που συντάχθηκε, κάτωθι της ενδίκου εφέσεως. Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 4 ΙΖ ν.3869/2010, 524 παρ. 1, 2, 532 και 533 παρ. 1 τους ΚΠολΔ).

Η εκκαλούσα, με την υπ αριθμόν ………/2012 αίτηση της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους πιστωτές της και ήδη εφεσίβλητους, ζήτησε να γίνει ρύθμιση των χρεών τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3869/2010, ως ισχύει, με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης κύριας κατοικίας της, επί της οποίας έχει το εμπράγματο δικαίωμα της πλήρους κυριότητας, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση που εκθέτει αναλυτικά, με σκοπό την απαλλαγή τους απ’ αυτά. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. ……………/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε την αίτηση ορισμένη και νόμιμη, την απέρριψε ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα, με την κρινόμενη έφεσή της, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία καί εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη με σκοπό να γίνει δεκτή η αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4161/2013, προκύπτει ότι, για το ορισμένο αυτής (αίτησης), αρκεί να αναφέρεται ότι ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, ότι κατέβαλε προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού, ο οποίος απέτυχε, ότι βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ακόμη στην αίτηση πρέπει να περιέχεται ακριβής περιγραφή της οικογενειακής (έγγαμος ή μη, προστατευόμενα μέλη) και περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη (το μέσο μηνιαίο εισόδημα του, τα πόσης φύσεως εισοδήματα του και τα περιουσιακά του στοιχεία), κατάσταση όλων των πιστωτών και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και σχέδιο διευθέτησης των οφειλών. Τέλος, απαιτείται ορισμένο αίτημα, που είναι αυτό της ρύθμισης των χρεών του οφειλέτη με σκοπό την απαλλαγή του, εφόσον δε επιθυμεί να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του, πρέπει να υποβάλλεται και σχετικό αίτημα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 και 747 του ΚΠολΔ, δεν απαιτείται πανηγυρική διατύπωση των παραπάνω στοιχείων και του αιτήματος της αίτησης, αλλά μπορούν να περιέχονται οπουδήποτε στο δικόγραφο, διότι δεν καθορίζεται από το νόμο η παράθεση τους σε ορισμένη θέση ή σειρά, αρκεί μόνο να προκύπτουν με σαφήνεια (βλ. ΑΠ 173/81 ΑρχΝ 32/258 ΕφΑΘ 2212/83 Δνη 24/1417). Εξάλλου, στην αίτηση δεν απαιτείται να αναφέρονται τα γεγονότα εκείνα από τα οποία προκύπτει η μονιμότητα της αδυναμίας πληρωμής του αιτούντος, αρκεί η επίκληση της μονιμότητας της αδυναμίας, ενώ τα γεγονότα, εξαιτίας των οποίων ο αίτιόν περιήλθε σε αυτή, αποτελούν αντικείμενο απόδειξης (Αθ. Κρητικός. Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, Δεύτερη έκδοση 2012, σελ. 51, παρ. 8. 14 και 15). Επίσης, δεν απαιτείται η λεπτομερής αναφορά των εξόδων διαβίωσης του οφειλέτη, αρκεί η αναφορά της οικογενειακής του κατάστασης και των υποχρεώσεων του που συνδέονται με αυτήν, ώστε να μπορούν να εκτιμηθούν οι ανάγκες του, περιστατικά που περιέχονται στην ένδικη αίτηση (βλ. Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, Ν. 3869/2010, Δεύτερη έκδοση, σελ 91 Βενιέρη σε I. Βενιέρη – Θ. Κατσά, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, σελ. 120 επ.). Οι εφεσίβλητοι δια των προτάσεών τους επαναφέρουν τις ενστάσεις περί αοριστίας του δικογράφου της αιτήσεως που είχαν προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Όμως, από τα ανώτερω εκτεθέντα, σε συνδυασμό με όσα εκτίθενται στην αίτηση, προκύπτει ότι οι ενστάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 386S/2010, όπως ίσχυε κατά τη συζήτηση της αιτήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι, για να επιτευχθεί η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου οφειλέτη προς τους πιστευτές του και η απαλλαγή του, πρέπει αυτός να μη τπεριήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής καν χρηματικών οφειλών του με δόλιο τρόπο. Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Για να είναι ορισμένη και επομένως παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας τράπεζας ότι ο οφειλέτης ττεριήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ιαύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει: α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, πρόβλεπε ως ενδεχόμενό ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 59/2021,515/2018 ιστότοπος Αρείου Πάγου). Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, κατά την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι’ αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ. άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), και να τον αποδείξει (ΑΠ 156/2018 ιστότοπος Αρείου Πάγου).

Εν προκειμένω η τρίτη εφεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα ισχυρίζεται ότι η εκκαλούσα, δολίως περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής καθόσον ανέλαβε χρέη και συγκεκριμένα αναφέρει ότι ” η αντίδικος έχει λάβει 8 τραπεζικά προϊόντα (κάρτες και δάνεια) από διαφορετικές τράπεζες για τα οποία οφείλει σήμερα το ποσό των 235.000 ευρώ … αν και γνώριζε την αδυναμία κάλυψης τους καθόσον κατά το χρονικό διάστημα του δανεισμού της τα εισοδήματα της ήταν χαμηλά και δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των επίδικων δανείων εγγυήθηκε για ένα πολύ υψηλό δάνειο του γαμπρού της, για το οποίο σήμερα οφείλει το ποσό των 190.000 ευρώ… τη στιγμή που η ίδια δήλωσε ότι αδυνατούσε να το αποπληρώσει”. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη η προβαλλόμενη ένσταση δόλου είναι απορριπτέα ως αόριστη διότι δεν εκτίθεται α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) ο χρόνος που τα συμφώνησε και γ) οι οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε καταρχάς παραδεκτή την ένσταση υπάρξεως δόλου στο πρόσωπο της απούσας και ακολούθως την έκρινε βάσιμη στην ουσία της αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστία της έσφαλε και δεκτού γενομένου του πρώτου λόγου εφέσεως πρέπει να εξαφανισθεί η πρωτοβάθμια απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση να δικαστεί επί της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επανεκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης της εκκαλούσας-αιτούσας, που νομότυπα εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, τα έγγραφα που μετ’ επικλήσεως προσκομίζονται από τους διαδίκους, και, παρά την ενδεχόμενη μνημόνευση ορισμένων μόνον εξ αυτών κατωτέρω, συνεκτιμώνται στο σύνολό τους χωρίς να παραλειφθεί κανένα και ειδικότερα και από εκείνα που απλώς προσκομίζονται στο δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκληση τους -παραδεκτά, όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παράγραφος 3 ΚΠολΔ (Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, υπό άρθρον 759, αριθ. 5, ΑΠ 174/1987, ΕλλΔικ 29, 129) και εκείνα που παραδεκτώς μετ’ επικλήσεων προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 765 ΚΠολΔ, από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό κα’ με την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων (άρθρο 744 ΚΠολΔρ αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η αιτούσα, που γεννήθηκε στις ………../1973 και κατοικεί στις ……..Ν. Αττικής, τυγχάνει άγαμη και στερείται εμπορικής ιδιότητας και πτωχευτικής ικανότητος, καθότι από το 2000 μέχρι την απόλυσή της το 2009 εργαζόταν ως έμμισθη ιδιωτική υπάλληλος στην επιχείρηση εμπορίας μεταχειρισμένων αυτοκινήτων του συζύγου της αδελφής της………….., στις ………2009 ενεγράφη στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ λαμβάνοντας επίδομα τακτικής ανεργίας ποσού 430,75 ευρώ μηνιαίως μέχρι τις …/…../2010, ενώ την ……/…./2011 προσελήφθη με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου από την εταιρία με την επωνυμία «……………..ΣΙΑ ΟΕ» στην οποία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να εργάζεται με μηνιαίο καταβαλλόμενο μισθό ποσού 700 ευρώ περίπου, όπως η ίδια συνομολογεί στο δικόγραφο της εφέσεως της (βλ. σχετ και βεβαίωση πληρωμής αποδοχών μηνός Απριλίου 2022.) Βάσει των προσκομισθέντων εκκαθαριστικών σημειωμάτων και των σχετικών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος της απούσας για τα οικονομικά έτη 2017, 2018, 2019 και 2020 προκύπτει ότι το ατομικό της εισόδημα ανήλθε στα ποσά των δ.571,37, 8.671,37, 8.061,21,21 και 2.494,90 ευρώ αντίστοιχα, προερχόμενα κυρίως αϊτό την παροχή μισθωτής εργασίας. Οι δαπάνες που απαιτούνται για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών της απούσας, με βάση τις συνθήκες ζωής της και την ηλικία της, στις οποίες περιλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για τροφή, ένδυση, παροχή ρεύματος, ύδρευση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 550 ευρώ, μηνιαίως, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η αιτούσα δεν καταβάλλει ενοίκιο για τη στέγαση της και ότι ο οφειλέτης, ο οποίος ζητάει υπαγωγή στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, πρέπει από την πλευρά του να μειώνει στο ελάχιστο τις δαπάνες του και να τις περιορίζει στις απολύτως απαραίτητες. Περαιτέρω, η αιτούσα έχει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητά της την υπό στοιχεία γιώτα (I) οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του ισογείου ορόφου οικοδομής που βρίσκεται στο Δήμο ……..Ν. Αττικής επί της οδού …………(πρώην………), επιφάνειας 145,20 τμ, έτους κατασκευής 1989, αντικειμενικής αξίας 90.561,24 ευρώ (βλ δήλωση ΕΝΦΙΑ έτους 2022), η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία της και της οποίας αιτείται την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση. Περαιτέρω, η αιτούσα κατέχει το 3% ενός οικοπέδου επιφάνειας 271,26 τμ στο Δήμο ………… Ν. Αττικής επί της οδού ………… αρ …. Εξάλλου, τη μόνη πηγή εισοδήματος της αποτελεί ο μισθός της, ο οποίος ήδη ανέρχεται στο ποσό των 700 ευρώ περίπου μηνιαίως. Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της υπό κρίση αίτησης είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής, εκτός από τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια που αναφέρονται παρακάτω, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο εκδόσεως της παρούσας απόφασης: Α) Προς την πρώτη μετέχουσα πιστώτρια 1) οφειλή δυνάμει της με αριθμό λογαριασμού ………………………………… σύμβασης στεγαστικού δανείου στην οποία ενέχεται ως οφειλέτρια, η οποία καταρτίστηκε το 2001 για κεφάλαιο ποσού 12.453,46 ευρώ, Β) Προς τη δεύτερη μετέχουσα πιστώτρια 1) οφειλή από τη χορήγηση πιστωτικής κάρτας με αριθμό λογαριασμού ……………………………….. στην οποία ενέχεται ως οφειλέτρια, για κεφάλαιο ποσού 1941,34 ευρώ, 2) οφειλή από τη χορήγηση πιστωτικής κάρτας με αριθμό λογαριασμού ……………………………. στην οποία ενέχεται ως οφειλέτρια, για κεφάλαιο ποσού 3.093,20 ευρώ, 3) οφειλή από τη με αρ …………………………………. σύμβαση καταναλωτικής πίστης στην οποία ενέχεται ως οφειλέτρια, για κεφάλαιο ποσού 7.174,02 ευρώ, Γ) Προς την τρίτη μετέχουσα πιστώτρια 1) οφειλή από τη με αρ. ……………………… σύμβαση καταναλωτικού δανείου στην οποία ενέχεται ως οφειλέτρια, για κεφάλαιο ποσού 8.686,59 ευρώ. 2) οφειλή από τη με αρ. ……………………… σύμβαση πίστωσης στην οποία συνεβλήθη το 2002 με την ιδιότητα της εγγυήτριας και με οφειλέτη το σύζυγο της αδελφής της, για κεφάλαιο ποσού 158.055,18 ευρώ και είναι εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης Α’ τάξης στην ευρισκόμενη στις ………. Αττικής κύρια κατοικία της αιτούσας, 3) οφειλή από τη με αρ. ……………………………….. σύμβαση πιστωτικής κάρτας στην οποία ενέχεται ως οφειλέτρια, για κεφάλαιο ποσού 4.638,27 ευρώ. Πλην, όμως, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης δεν προσκομίστηκαν από τους διαδίκους α) καταστάσεις – βεβαιώσεις, με βάση τα τηρούμενα στο αρχείο των πιστωτριών τραπεζών μηχανογραφικά στοιχεία, στις οποίες να περιέχονται αναλυτικά το κεφαλαίο, οι τόκοι και το τελικό ποσό της οφειλής που προέρχεται από έκαστη των ανωτέρω συμβάσεων, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, αναφορικά με τις ανέγγυες πιστώσεις και κατά τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση έφεσης αναφορικά με τις εμπραγμάτως εξασφαλισμένες πιστώσεις β) αποδεικτικά καταβολών της εκκαλούσας για την οφειλή από τη με αρ. …………………σύμβαση πίστωσης στην οποία συνεβλήθη το 2002 με την ιδιότητα της εγγυήτριας και με οφειλέτη το σύζυγο της αδελφής της, για κεφάλαιο ποσού 158.055,18 ευρώ και είναι εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης Α’ τάξης στην ευρισκόμενη στις ………….. Αττικής κύρια κατοικία της απούσας, για το χρονικό διάστημα μετά τη χορήγηση της προσωρινής διαταγής δυνάμει και προς συμμόρφωσης της οποίας αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει για την ως άνω οφειλή στην τρίτη εφεσίβλητη το ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως, προκειμένου το ποσό αυτό να αφαιρεθεί από τις τυχόν οριζόμενες από το Δικαστήριο καταβολές. Συνεπώς, δεδομένου ότι κατά τη μελέτη της δικογραφίας παρουσιάζονται τα προαναφερόμενα κενά, θα πρέπει, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 254 (που εφαρμόζεται κατά το άρθρο 741 ΚΠολΔ και στην εκούσια δικαιοδοσία), 744 και 759 ΚΠολΔ να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, προκειμένου κατά τη νέα δικάσιμο, που θα οριστεί από το Δικαστήριο με μέριμνα του επιμελέστερου των διαδίκων κατά το άρθρο 254 παρ. 2-3 ΚΠολΔ, να προσκομιστούν από τον επιμελέστερο των διαδίκων τα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της πρώτης και δεύτερης των εφεσίβλητων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ να αποφασίσει επ’ αυτής κατ’ ουσία οριστικά.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστούν από τον επιμελέστερο των διαδίκων α) καταστάσεις – βεβαιώσεις, με βάση τα τηρούμενα στο αρχείο των πιστωτριών τραπεζών μηχανογραφικά στοιχεία, στις οποίες να περιέχονται αναλυτικά το κεφαλαίο, οι τόκοι και το τελικό ποσό της οφειλής που προέρχεται από εκάστη των ανωτέρω συμβάσεων, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο κοινοποίησης της ένδικης αίτησης, αναφορικά με τις ανέγγυες πιστώσεις και κατά τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση έφεσης αναφορικά με τις εμπραγμάτως εξασφαλισμένες πιστώσεις β) αποδεικτικά καταβολών της εκκαλούσας για την οφειλή από τη με αρ. ………………………… σύμβαση πίστωσης στην οποία συνεβλήθη το 2002 με την ιδιότητα της εγγυήτριας και με οφειλέτη το σύζυγο της αδελφής της, για κεφάλαιο ποσού 158.055,18 ευρώ και είναι εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης Α’ τάξης στην ευρισκόμενη στις …………Αττικής κύρια κατοικία της απούσας, για το χρονικό διάστημα μετά τη χορήγηση της προσωρινής διαταγής δυνάμει και προς συμμόρφωσης της οποίας αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλλει για την ως άνω οφειλή στην τρίτη εφεσίβλητη το ποσό των 150 ευρώ μηνιαίους, προκειμένου το ποσό αυτό να αφαιρεθεί από τις τυχόν οριζόμενες από το Δικαστήριο καταβολές.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις …………………/2017 απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ»

ΠΗΓΗ

div#stuning-header .dfd-stuning-header-bg-container {background-size: initial;background-position: top center;background-attachment: initial;background-repeat: initial;}#stuning-header div.page-title-inner {min-height: 650px;}